Την ψήφιση και επεξεργασία νέου νομοσχεδίου εξήγγειλε η κυβέρνηση δια στόματος του Υπουργού Δικαιοσύνης κύριου Δένδια, πυροδοτώντας έντονη κοινωνικοπολιτική συζήτηση με επιχειρήματα ένθεν και ένθεν. Η γενικόλογη εξαγγελία, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την σημερινή διατύπωσή της, αναφέρεται στην ποινικοποίηση (: την καταγραφή, δηλαδή, ως πράξης που επισύρει ποινική κύρωση) της χρήσης κουκούλας σε περιπτώσεις διάπραξης των εγκλημάτων σωματικής βλάβης, διακεκριμένων περιπτώσεων φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (άρθρο 382ΠΚ), στάσης (άρθρο 170 ΠΚ) και διατάραξης ειρήνης πολιτών (άρθρο 190 ΠΚ). Σημειωτέον δε, ότι δεν είναι η πρώτη φορά που ποινικός νόμος ορίζει κύρωση σε περιστατικά αποτύπωσης τέτοιων συμπεριφορών. Το άρθρο 167§2 ΠΚ αναφέρει χαρακτηριστικά ότι : "Αν οι πράξεις που προβλέπει η προηγούμενη παράγραφος ("όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψει νόμιμη πράξη καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπαλλήλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ...") έγιναν από πρόσωπο που οπλοφορεί ή φέρει αντικείμενα με τα οποία μπορεί να προκληθεί σωματική βλάβη ή έχει καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του ή έγιναν από περισσότερους, καθώς και αν το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε η πράξη διέτρεξε σοβαρό προσωπικό κίνδυνο, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Βλέπουμε, λοιπόν, πως η τακτική δεν είναι άγνωστη στον ποινικό νομοθέτη. Πάντως σε κάθε περίπτωση, δε σημαίνει ότι νόμος που επιβλήθηκε κάποτε, υπό το πρίσμα ιστορικών, ενδεχομένως, ή άλλων συγκυριών, τίθεται στο απυρόβλητο και δε μπορεί ανά πάσα στιγμή να επαναπροσδιοριστεί ή ακόμη και να καταργηθεί εάν το άλλοτε πρόσφορο έδαφος εφαρμογής του απαλείφθηκε.
Απευθυνόμενο το παρόν άρθρο αδιακρίτως προς κάθε άτομο που ενδεχομένως να μην έχει οιαδήποτε σχέση με το νομικό αντικείμενο (και δη το αμιγώς ποινικό τμήμα του), υποχρεούται στην παροχή ορισμένων διασαφηνιστικών παραμέτρων.
Καταρχάς, βασική σταθερά του ποινικού δικαίου αποτελεί το γεγονός ότι η επιβολή οποιασδήποτε ποινής έρχεται σε απάντηση της προσβολής ενός εννόμου αγαθού( : ενός στοιχείου, κατάστασης ή και -κατά ορισμένους θεωρητικούς- σχέσης, αναγνωρισμένου από την κοινωνία ως προστατευτέου λόγω της υψηλής σημασίας διατήρησής του). Αυτό παραπέρα σημαίνει ότι για να υπάρχει λόγος επιβολής ποινής πρέπει πρώτα να διαπιστώνεται η ύπαρξη ενός από τα ως άνω έννομα αγαθά (οπώς πχ. η ζωή, η περιουσία, η τιμή του ατόμου, η δημόσια τάξη κλπ.) έτσι ώστε η επιβολή ποινής να απαντά στην προσβολή αυτού. Και εδώ τίθεται το πρώτο θέμα στην ποινικοποίηση της κουκούλας. Αν το να φορά κανείς κουκούλα ποινικοποιηθεί ως τρόπος τέλεσης ενός εγκλήματος στη βάση ότι πρόκειται για πράξη (η ένδυση με κουκούλα) που σχετίζεται με τον αντικειμενικά άδικο χαρακτήρα της, κάτι που ευχής έργο θα ήταν να βρίσκεται μακριά από τη λογική της κυβέρνησης, τότε εύλογα αναρωτιέται κανείς ποιο ακριβώς έννομο αγαθό προσβάλλει κάποιος φορώντας κουκούλα; (Η αναφορά γίνεται για την περίπτωση τυποποίησης της πράξης της "κουκουλοφορίας" ως ιδιώνυμου εγκλήματος.) Προσωπικά, η γράφουσα δεν έχει βρει απάντηση ικανή να στοιχειοθετήσει λόγο επιβολής ποινικής κύρωσης.
(Η συνέχεια, όπως και ολόκληρο το άρθρο, θα δημοσιευτεί σε επιστημονικό περιοδικό της Θεσσαλονίκης εντός διμήνου. Το blog θα ενημερωθεί.)